Περιγραφή
Για λίγες στιγμές έμεινα να αιωρούμαι αγκιστρωμένος στη σχοινένια σκάλα. Οι δισταγμοί μου ενισχύθηκαν όταν κατάλαβα ότι ο ήλιος είχε εξαφανιστεί. Πάνω από το κεφάλι μου, στηριγμένο σε τέσσερα δοκάρια που έτριζαν, έστεκε το ξύλινο κελί του πάτερ-Εουσέμπιο. Ο φόβος κι ένα υγρό αεράκι, με ανάγκασαν να αποφασίσω. Έσπρωξα με το ένα χέρι την καταπακτή, αλλά δεν φάνηκε τίποτα. Πιάστηκα από το άνοιγμα και σύρθηκα μέσα. Μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια μου στο σκοτάδι, δοκίμασα με την αφή να γνωρίσω το περιβάλλον. Τα σανίδια γέμισαν τις παλάμες μου αγκίδες. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή από μια ζωώδη μυρωδιά. Ακούμπησα πάνω σ’ ένα κομμάτι τραχύ ύφασμα, νιώθοντας ξένος και μόνος.
Σελίδες 168
ISBN 960-05-0126-2

