Ο πρόγονος

7.00


Περιγραφή

Πέθανες την άνοιξη του 1901. Σε βρήκαν στο βουνό, πεσμένο μπρούμυτα, με τα μπράτσα ολάνοιχτα. Από τα χείλια σου έξεχε το καταπράσινο κοτσανάκι μιας αγριομαργαρίτας· την είχε ξεριζώσει με τα δόντια λίγο πριν παραδώσεις την ψυχή σου, αλλά δεν είχες προλάβει να καταπιείς παρά μονάχα το λουλούδι.
Χρόνια αργότερα, σαν άνοιξαν τον τάφο σου, είδαν που το κορμί σου είχε μείνει ακέραιο. Τα χώματα που χες αγαπήσει όσο τίποτε άλλο σ αυτόν τον κόσμο, σου δειχναν έτσι την ευγνωμοσύνη τους, η γη μας σ αντάμειβε με το δικό της τρόπο για τον ιδρώτα και το αίμα που χες χύσει για να τη λευτερώσεις.[…] Όταν γεννήθηκα εγώ, ο δισέγγονός σου, η ζωή σου είχε γίνει κιόλας παραμύθι. «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας αλλιώτικος άνθρωπος που ζούσε σ έναν αλλιώτικο κόσμο». Έτσι άρχιζε. Σήμερα δεν υπάρχουν πια παραμύθια, πρόγονέ μου Φωτεινέ. Στον τόπο σου, στον τόπο μας, το τελευταίο παραμύθι στάθηκε η ζωή σου.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σελίδες 208